ὑπεραίμωσις


ὑπεραίμωσις
ὑπερ-αίμωσις, , Vollblütigkeit

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ὑπεραίμωσις — over fullness of blood fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπεραίμωση — η / ὑπεραίμωσις, ώσεως, ΝΑ η υπεραιμία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπεραιμῶ. Ο τ. είναι εσφ. σχηματισμένος (αντί τού αναμενόμενου *ὑπεραίμησις), κατά τα παρ. ουσ. από ρ. σε όω / ῶ] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.